Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2008

ΓΡΕΝΑΔΙΕΡΟΣ WAFFEN SS – Η ΕΠΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ

Το παρακατω κειμενο ειναι αφιερωμενο στους ιπποτες της Λευκης φυλης προς τιμη της μνημης τους αλλα και για την αμφισβητηση που δεχονται στην εποχη μας απο τον συγχρονο Αμερικανοεβραιο,αναρχοκομμουνιστη που δεν εχει καν την παραμικρη ιδεα για το τι σημαινει πολεμιστης και δεν ξερει τι σημαινει να πολεμας στις πρωτες γραμμες της κολασης μονος εναντιον πολλων.

Αν ο Έλλην οπλίτης, και ειδικότερα ο Σπαρτιάτης, αποτελούσε την επιτομή του αρχαίου πολεμιστή, τότε στην σύγχρονη εποχή ο τίτλος αυτός ανήκει δικαιωματικά στον Γρεναδιέρο των Waffen SS. Το σώμα αυτό κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια να δημιουργήσει τον πολεμιστή τον οποίον προσπαθούν να αντιγράψουν έκτοτε όλοι οι υπόλοιποι στρατοί, χωρίς ποτέ να το επιτυγχάνουν. Ολόκληροι τόμοι έχουν γραφεί και εκατοντάδες έρευνες έχουν διεξαχθεί για να αναζητηθούν οι λόγοι οι οποίοι μετέτρεπαν έναν απλό άνθρωπο στην αρτιότερη πολεμική μηχανή του κόσμου, χωρίς να έχει δοθεί μία πειστική εξήγηση. Η απάντηση βέβαια, είναι σύνθετη και οι λόγοι θα έπρεπε να αναζητηθούν τόσο σε θεωρητικό, όσο και πρακτικό επίπεδο.
Η συντροφικότητα ήταν ένας τουλάχιστον από τους λόγους. Κατά την διάρκεια της εκπαίδευσής τους οι στρατιώτες ενθαρρύνονταν να μην κλειδώνουν τους ατομικούς φοριαμούς τους, ώστε να μάθουν να εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον. Στους ανωτέρους τους απευθύνονταν με την τυπική προσφώνηση του βαθμού τους, χωρίς αυτή να συνοδεύεται από την προσφώνηση «Κύριε». Για τους βετεράνους ακόμα και αυτό καταργείτο σταδιακά, αντικαθιστάμενο από την απλή προσφώνηση «Σύντροφε». Τελικά αναπτυσσόταν μία στενή σχέση μεταξύ αξιωματικών, υπαξιωματικών και απλών στρατιωτών, πράγμα απαράδεκτο στους Συμμαχικούς στρατούς ή ακόμα και στην υπόλοιπη Wehrmacht. Ήταν το μοναδικό σώμα στο οποίο κάποιος δεν συναντούσε επικρίσεις των κατωτέρων προς τους ανώτερους, κάτι το οποίο, σε οποιονδήποτε άλλο στρατό, αποτελεί σχεδόν «ηθική υποχρέωση». Οι στρατιώτες εκτιμούσαν και θαύμαζαν τους αξιωματικούς τους επειδή μάχονταν δίπλα τους, κερδίζοντας τις διακρίσεις τους με το όπλο στο χέρι. Η εμπιστοσύνη και ο σεβασμός κερδίζονταν στο πεδίο της μάχης και δεν ήταν το αποτέλεσμα ενός τυφλού, επιβεβλημένου κανονισμού, όπως δηλαδή, συμβαίνει σε όλους τους στρατούς του κόσμου. Ο συνδυασμός των μεγαλοπρεπών στολών, των συμβόλων, των μεταλλίων και η ισχυρή πεποίθηση ότι εκείνοι ήταν προορισμένοι να αποτελέσουν την πνευματική και σωματική ελίτ της Ενωμένης Ευρώπης, σφυρηλάτησαν αυτό το ακατάβλητο φρόνημα, το οποίο φαινόταν να επιδρά ακόμα και στα φυσικά χαρακτηριστικά τους. Ο οίκτος θεωρείτο ένδειξη αδυναμίας και για αυτό κανείς δεν τον ζητούσε από τον αντίπαλο, αλλά ούτε και τον έδειχνε. Τα σημάδια των τραυμάτων φέρονταν με υπερηφάνεια, και όχι με θλίψη.
Η πίστη στα ιδεώδη του Εθνικοσοσιαλισμού έπαιξε αναμφίβολα τον ρόλο της, τουλάχιστον στις τάξεις των αρχαιοτέρων αξιωματικών του σώματος οι οποίοι, ακόμα και μεταπολεμικά, δήλωσαν αμετανόητοι. Η μετάλλαξη της μεταπολεμικής Ευρώπης, υποδουλωμένης ανάμεσα στις δύο νικήτριες υπερδυνάμεις, απλά ενίσχυε και επιβεβαίωνε την πεποίθησή τους. Για τον απλό Γρεναδιέρο όμως, με το λασπωμένο πρόσωπο και τις ουλές στο σώμα κατά το τελευταίο έτος του πολέμου, η «τυφλή πίστη στο πρόσωπο του Φύρερ» αποτελούσε κακόγουστο προπαγανδιστικό ανέκδοτο. Το μόνο που τους κρατούσε δεμένους εκείνες τις πικρές ώρες ήταν το Χρέος προς την Πατρίδα, η Πίστη προς τον Σύντροφο και η Τιμή της μονάδος, η οποία αποτελούσε το τελευταίο τους καταφύγιο. Η προθυμία αυτών των στρατιωτών να συνεχίσουν να μάχονται κάτω από τέτοιες συνθήκες μπορεί μόνο να προξενεί απορία στις σημερινές γενεές.
Σε πρακτικό επίπεδο, η σκληρή εκπαίδευση, η απαράμιλλη πειθαρχεία, ο βαρύς οπλισμός και οι τακτικές μάχης, συμπλήρωναν το σύνολο. Η ισχύς πυρός μίας διμοιρίας SS ήταν η τριπλάσια από εκείνη οποιασδήποτε άλλης συμμαχικής διμοιρίας. Τα τάγματα Ανίχνευσης και Μηχανικού των μεραρχιών SS, ήταν ισχυρά εξοπλισμένες μονάδες, 1.000 ανδρών περίπου, ειδικευμένων σε τακτικές οδομαχιών, ελεύθερης σκόπευσης, ανατινάξεων και διείσδυσης. Οι επιθέσεις τους ήταν πάντοτε σφοδρές και μετωπικές. Οποιαδήποτε απώλεια εδάφους ακολουθείτο αυτόματα από μία ακόμη σφοδρότερη αντεπίθεση, πριν ο αντίπαλος προλάβει να οργανωθεί. Οι περισσότερες από αυτές εκτελούντο με ελάχιστη ή καμμία πρότερη γνώση για τις θέσεις ή την δύναμη του εχθρού, με ελάχιστη ή καθόλου υποστήριξη πυροβολικού και χωρίς καμία υποστήριξη αεροσκαφών. Παραδόξως, οι περισσότερες από αυτές ήταν επιτυχείς – αλλά και εκείνοι δεν ήταν συνηθισμένοι άνδρες. Στο πεδίο της μάχης επιτελούσαν ανδραγαθήματα τα οποία μέχρι σήμερα θεωρούνται ακατανόητα. Ο Γρεναδιέρος SS είχε την ακλόνητη την πεποίθηση ότι σε μάχες εκ του συστάδην υπερείχε των αντιπάλων του και το διαπίστωνε διαρκώς στη μάχη. Οι στρατιωτικοί αναλυτές των μεταπολεμικών χρόνων το διαπίστωσαν κι εκείνοι. Σύμφωνα με στατιστικά αποτελέσματα Αμερικανών ερευνητών του Πενταγώνου, 100 Γερμανοί στρατιώτες ισοδυναμούσαν με 120 στρατιώτες των Δυτικών Συμμάχων ή 200 Σοβιετικούς, οπλισμένων με τα ίδια όπλα. Τα αποτελέσματα της έρευνας οδήγησαν στην δημιουργία ενός νέου στατιστικού όρου, ο οποίος ονομάζεται «Αξία Μαχητικής Αποτελεσματικότητος» (Combat Effectiveness Value). Στην περίπτωση των Γερμανών στρατιωτών η υπεροχή αυτή ίσχυε ανεξαρτήτως εποχής, ανεξαρτήτως τακτικής (επιθετική ή αμυντική), ανεξαρτήτως υποστήριξης πυροβολικού, αεροσκαφών ή αρμάτων και ανεξαρτήτως της τελικής έκβασης της μάχης. Το όπλο το οποίο κατανίκησε τα Waffen SS στο πεδίο της μάχης, δεν ήταν ποτέ το αντίπαλο πεζικό, αλλά ο αδιάκοπος, ισοπεδωτικός βομβαρδισμός πυροβόλων και αεροσκαφών, ο οποίος ανελάμβανε πάντα να βγάλει το πεζικό από την δύσκολη θέση. Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά την μεταπολεμική περίοδο οι Σύμμαχοι κατανάλωσαν τον χρόνο τους κατακρίνοντας ο ένας τον άλλον για τα στρατηγικά τους σφάλματα, θαυμάζοντας όμως, τα κατορθώματα του αντιπάλου τους.
Οι αμερικανικός στρατός του 20ου και του 21ου αιώνα, ταλανισμένος από ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας και ζηλοφθονίας προς τα πρόσωπα των πρώην αντιπάλων του, αντέγραψε πιστά τις στολές, τον εξοπλισμό και τις τακτικές τους, αλλά φυσικά δεν κατάφερε να «αντιγράψει» το φρόνημά τους. Καταφεύγοντας σε αποτυχημένους μιμητισμούς, σκληραγώγησε τους στρατιώτες του, προσπαθώντας να τους εμφυσήσει ένα πνεύμα μαχητικότητας και φανατισμού, χωρίς όμως, κάποιο αληθινό ιδεολογικό υπόβαθρο, αφού οι τάξεις του αποτελούνται από ένα πολυφυλετικό μωσαϊκό εθνικοτήτων, γλωσσών και θρησκειών, χωρίς τίποτα κοινό μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία φονικών μηχανών υπό την επήρεια ναρκωτικών, οι οποίες ηθικά δεν διαφέρουν σε τίποτα από τροφίμους φυλακών.


«Μπορούμε ακόμα να χάσουμε αυτόν τον πόλεμο.
Οι Γερμανοί κρυώνουν περισσότερο από εμάς, πεινούν περισσότερο από εμάς,
αλλά πολεμούν πολύ καλύτερα από εμάς».

Στρατηγός Τζ. Πάττον στην πολιορκία της Μπαστόν, Ιανουάριος 1945.


«Τα πολεμικά επιτεύγματα της 12ης SS Μεραρχίας Τεθωρακισμένων στην Νορμανδία έμειναν αξεπέραστα από οποιαδήποτε άλλη μεραρχία, Συμμαχική ή Γερμανική».

Απόσπασμα από την επίσημη Βρετανική ιστορία της εκστρατείας.


ΟΙ ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΝΟΡΜΑΝΔΙΑΣ

Η ΕΠΙΚΗ ΑΜΥΝΑ ΤΗΣ “HITLERJUGEND”(Χιτλερικη νεολαια)
ΣΤΗ ΦΑΛΑΙΖ
(16-18 Αυγούστου 1944)

Στα μέσα Αυγούστου 1944 τα υπολείμματα των γερμανικών δυνάμεων στην Νορμανδία είχαν αρχίσει να εγκλωβίζονται στον θύλακα της Φαλαίζ, περιμένοντας να συνθλιβούν από την υλική και αριθμητική υπεροχή εννέα Συμμαχικών Σωμάτων Στρατού τα οποία συγκεντρώνονταν γύρω τους. Στο εσωτερικό του, 150.000 Γερμανοί στρατιώτες προσπαθούσαν να διαφύγουν διά μέσω ενός και μοναδικού διαδρόμου, πλάτους 18 χλμ, ο οποίος αποτελούσε την μοναδική δίοδο διαφυγής. Αλλά αυτός δεν θα έμενε για πολύ ανοικτός. Στις 16 Αυγούστου μία Ομάδα Μάχης της 12 Μεραρχίας Τεθωρακισμένων SS “Hitlerjugend”, δύναμης 150 ανδρών, διατάχθηκε να κρατήσει την Φαλαίζ για να καθυστερήσει την εχθρική προέλαση και την ολοκληρωτική κύκλωση του θύλακα. Αντίπαλός τους, μία καναδική ταξιαρχία 1.850 ανδρών και 24 αρμάτων. Θα ήταν μία απεγνωσμένη, καταδικασμένη άμυνα, αλλά κάθε ώρα αντίστασης θα σήμαινε την σωτηρία εκατοντάδων συντρόφων τους. Και εκείνοι οι λιγοστοί Γρεναδιέροι SS ήταν αποφασισμένοι να μείνουν ακλόνητοι στις θέσεις τους, υπερασπιζόμενοι τις δικές τους Θερμοπύλες μέχρι τον τελευταίο.

σ.σ. Η χιτλερικη νεολαια αποτελουνταν απο παιδια 14-16 χρονων και η ανωτεροτηατα της σε σχεση με τους συμμαχους ηταν αναμφισβητητη.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΜΠΛΟΓΚΣ ΟΙ ΧΑΒΑΛΕΔΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΧΟΜΠΙΣΤΕΕΣ,ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΜΠΛΟΓΚ.ΕΛΛΑΣ Η ΤΕΦΡΑ.